Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Παράλληλο για τη "Μυστική παπαρούνα" του Μυριβήλη


Από τη συλλογή «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες»

Αργύρης Χιόνης "Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε"

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.

Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.
Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.
Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πεταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…
Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνεχεία ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

1. Να βρείτε κοινά σημεία και διαφορές ανάμεσα στην παπαρούνα του Μυριβήλη και του Χιόνη, τόσο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα λουλούδια από τους συγγραφείς όσο και στις αντιδράσεις (πραγματικές ή δυνητικές) αυτών που την ανακάλυψαν.
2. Υποθέστε πως ένα παιδάκι ή ένα σκυλάκι ανακαλύπτει την παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου στο αφήγημα του Χιόνη. Παρουσιάστε τις αντιδράσεις του και τα συναισθήματά του μέσα από την οπτική ενός παντογνώστη-αφηγητή


Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

"Μπαζωμένα μυαλά "- Κριτήριο Αξιολόγησης

 Του Γιώργου Τζεδάκι  (20-11-17)

https://slpress.gr/koinonia/mpazomena-myala/ 

 Συνηθίζουμε να λέμε ότι το χειμώνα πνιγόμαστε και το καλοκαίρι καιγόμαστε. Ποιοι το λέμε; Όλοι. Όπως, επίσης, όλοι δεν κάνουμε απολύτως τίποτα για να σταματήσουμε πια να το λέμε. Πολίτες, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί πιασμένοι σ’ ένα γαϊτανάκι συνενοχής και αβελτηρίας συνεχίζουμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Κλείνουμε τα μάτια επί χρόνια κι όταν τ’ ανοίγουμε είναι, συνήθως, πολύ αργά. Και ω του θαύματος, μετά από την όποια καταστροφή, δεν ευθύνεται ποτέ κανείς!



Δεν βρίσκεται ένας πολιτικός να παραιτηθεί από ευθιξία, ή ένας δήμαρχος να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη. Ούτε κάποιος δημόσιος λειτουργός να αποδεχθεί παραλείψεις. Αν όχι του ιδίου, έστω της υπηρεσίας του. Και φυσικά, δεν βρίσκεται ούτε ένας πολίτης που να παραδεχθεί πως σε κάτι έχει φταίξει. Αλίμονο, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ποτέ και κανείς δεν φταίει για τίποτα. Ή, μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, αυτοί που φταίνε είναι μονίμως οι άλλοι και ποτέ εμείς!
Εδώ και δεκαετίες οι ίδιες αμαρτωλές και καταστροφικές ιστορίες. Οι πρωταγωνιστές γνωστοί και μη εξαιρετέοι:
  • Πολιτικοί και δήμαρχοι που για μια χούφτα ψήφους θυσίαζαν και θυσιάζουν όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και τις ίδιες τις ζωές μας.
  • Ένα σύστημα δημόσιας διοίκησης με διεφθαρμένους ή απλά αδιάφορους υπαλλήλους, που αντί να λειτουργεί προς όφελος της χώρας και των πολιτών, λειτουργεί σαν κράτος εν κράτει.
  • Επιχειρηματίες, εργολάβοι, μηχανικοί και άλλοι «ευυπόληπτοι» συμπολίτες μας που πλούτισαν από δημόσια έργα, τα οποία, όμως, παρέδιδαν είτε ελαττωματικά, είτε ημιτελή. Και πάντα υπερκοστολογημένα.
  • Εμείς οι ίδιοι οι πολίτες, που χτίσαμε σε καμμένα δάση, δίπλα στη θάλασσα, πάνω σε μπαζωμένα ρέματα και όπου αλλού μας βόλευε και τώρα ζητάμε και τα ρέστα.
Αυτή είναι η ιστορία της συνενοχής μας, αλλά και η θλιβερή μας πραγματικότητα, που ενίοτε γίνεται και φονική. Και αντί να ψάχνουμε τους υπαίτιους των συμφορών που μας βρίσκουν, ας κοιταχτούμε, απλά, στον καθρέφτη.
Όλοι, όμως, ε… Όχι ζαβολιές!
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α.Να συντάξετε την περίληψη του κειμένου σε 80-100 λέξεις.

Β1. Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο μια από τις τέσσερις επισημάνσεις που γίνονται από τον αρθρογράφο για το "τις πταίει;" αναφορικά με τις κακοτεχνίες και τις αυθαίρετες κατασκευές στην Ελλάδα.

Β2α).Με ποια συλλογιστική πορεία αναπτύσσεται η παράγραφος "Δε βρίσκεται ένας πολιτικός...ποτέ εμείς". Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.

B2β).Ποιον τρόπο και ποια μέσα πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στην πρώτη παράγραφο του κειμένου. Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.

Β3. Να αποδώσετε τις υπογραμμισμένες με έντονα γράμματα φράσεις του κειμένου με άλλες που να έχουν παρόμοια σημασία.

Β4. Να γράψετε ένα αντώνυμο για καθεμία από τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου.

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ
Με αφορμή τις τελευταίες πλημμύρες που έπληξαν την περιοχή σας να συντάξετε μια επιστολή προς το Δήμαρχο της πόλης σας, ως εκπρόσωπος του σχολείου σας, στην οποία θα καταθέτετε τους προβληματισμούς σας αναφορικά με την ανθρώπινη δραστηριότητα που επιδεινώνει το μέγεθος των φυσικών καταστροφών και θα προτείνετε τρόπους αρωγής των πληγέντων.  (500-600 λέξεις)

επιμέλεια ασκήσεων:Αγγελική Τανίδου

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Στο fractal...

Η γαστριμαργική ιστορία που γράφτηκε  πριν αρκετό καιρό με αφορμή τη "Μεταμόρφωση" του Κάφκα βρίσκεται στο 44ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού FRACTAL






Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

SURVIVOR-αγώνας επιβίωσης από τον καναπέ

της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη  –

 https://slpress.gr/koinonia/survivor-agwnas-epiviosis-apo-ton-kanape/

Είναι να αναρωτιέται κανείς πως μια κοινωνία που χάνει μέρα με τη μέρα, σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, καθημερινότητας) τη δυνατότητα να επιβιώσει, συνεχίζει να παρακολουθεί μετά μανίας και τον δεύτερο κύκλο του τηλεπαιχνιδιού Survivor (επιβίωση). Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν ένα τέτοιο παιχνίδι τόσο δημοφιλές (σε απόλυτους αριθμούς), στην ελληνική κοινωνία;

Ένα τέτοιου είδους παιχνίδι παίζει θεατρικά με τα κοινωνικά τους συμπλέγματα. Αφενός με τίτλο αρκετά προκλητικό για την σημερινή ιστορική περίοδο, αφετέρου με μια εσωτερική-συμβολική οργάνωση που ακουμπά τα βαθύτερα συναισθήματα των Ελλήνων τηλεθεατών. Το εν λόγω reality αντανακλά περισσότερο την συνειδησιακή κατάσταση και τους τρόπους σκέψεις των τηλεθεατών του, παρά τους διαμορφώνει, όπως θα έλεγε μια παραδοσιακή επιχειρηματολογία για την σχέση των ΜΜΕ με την προπαγάνδα και την επιρροή.

Πέραν της περιγραφής των επιμέρους γεγονότων και συμβάντων, που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την πολύπλευρη κρίση από την οποία διέρχεται η ελληνική κοινωνία, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά και τις εσωτερικές διασυνδέσεις μεταξύ των διάφορων αυτών πτυχών της κρίσης: Πως περνάμε επί παραδείγματι, από τα Big Brother στα Survivor.
Εικονική ανακούφιση

Για να ξαναέρθουμε στην επικαιρότητα του Survivor, τι είναι αυτό που μοιάζει να συν-κινεί τους τηλεθεατές μαζικά, ώστε να καθηλώνονται κάθε βράδυ στον πολυαγαπημένο καναπέ μπροστά στην τηλεόραση; Μήπως βλέποντας τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργούν οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στους συμμετέχοντες στο τηλεοπτικό Survivor, ανακουφίζονται σκεπτόμενοι πως υπάρχουν και χειρότερα; Άλλωστε, στο δικό τους καθημερινό survivor υπάρχει και ένας καναπές, υπάρχει και μια τηλεόραση και όλο και κάτι βρίσκεται ακόμα να τσιμπήσει κανείς, παρακολουθώντας την εκπομπή…

Μήπως, όπως ακούσαμε κάποιους να λένε, το Survivor ενώνει οικογένειες, αφού πλέον, όχι μόνον όλοι μαζί παρακολουθούν το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, αλλά συζητούν και τα καθημερινά προβλήματα των παικτών; Μήπως ακόμα γιατί οι τηλεθεατές αρέσκονται στη φαντασίωση ότι ζουν ένα δράμα επιβίωσης δια των αντιπροσώπων τους παικτών, την ώρα που οι ίδιοι αδρανείς και παθητικοποιημένοι έχουν συνηθίσει προ πολλού το δικό τους survivor;



Ένα επιτυχημένο κοινωνιογράφημα

Μήπως, όμως, η επιτυχία του συγκεκριμένου παιχνιδιού έγκειται περισσότερο στην οργάνωση των ομάδων και την επιλογή των μελών που συμμετέχουν σε αυτές; Από το πρώτο Survivor το όνομα των ομάδων δημιουργούσε συνειρμούς: Οι «Μαχητές» και οι «Διάσημοι»! Χοντροκομμένος και μπακαλίστικος διαχωρισμός της ελληνικής κοινωνίας, που δεν παύει, όμως, να αποτελεί εξαιρετικά επιτυχημένο κοινωνιογράφημα.

Και οι δυο ομάδες μάχονται για τη νίκη: οι «Διάσημοι» που ήταν άσημοι, ώστε να μην δικαιούνται αυτομάτως τον τίτλο τους και οι «Μαχητές» (πρώην ανώνυμοι), που έγιναν επώνυμοι, δημοφιλείς και διάσημοι κατά τη διάρκεια του «αγώνα τους για την επιβίωση».

Οι «Διάσημοι-άσημοι» και οι «Μαχητές-επώνυμοι» συνιστούν, λοιπόν, τηλεοπτικές κατασκευές. Προσφέρονται στους Έλληνες τηλεθεατές για να εκτονώσουν το μένος, τη ζήλεια και την εμπάθεια τους προς εκείνους που κατάφεραν να «γίνουν κάτι» (ομάδα «Διασήμων»), όσο οι ίδιοι αισθάνονταν ότι παρέμεναν ένα «τίποτα». Ταυτοχρόνως, να εκδηλώσουν την συμπάθεια, την οικειότητα και την προτίμησή τους για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που δίνουν σαν μαχητές τη μάχη τους, μπας και κερδίσουν κάποια χρήματα μαζί με πρόσκαιρη και σύντομη διασημότητα.

Πρόκειται συνεπώς για μια ακόμα τηλεοπτική εκδοχή του «άρτος και θεάματα», όχι πλέον της ρωμαϊκής, αλλά της δικής μας, μεταμοντέρνας εποχής. Εδώ, οι παίκτες, σαν σύγχρονοι μονομάχοι, αγωνίζονται «μέχρι θανάτου» για τη νίκη, ενώ ο τηλεοπτικός «όχλος» των «πληβείων» τους θαυμάζει και τους επευφημεί, όχι πια στις αρένες, αλλά μέσα από τα σαλόνια και τα κοινωνικά δίκτυα.

Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ο δημοσιογράφος κ. Δανίκας στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα: «Ο θεατής ταυτίζει την κατάστασή του με εκείνη των πρωταγωνιστών σ’ αυτό το reality show. Αισθάνεται δηλαδή ότι με νύχια και δόντια προσπαθεί να επιβιώσει σε συνθήκες ζούγκλας. Σαν να έχει «φυτευτεί» σε κάποια αχαρτογράφητη περιοχή. Όπου κανένας νόμος. Κανένας θεσμός. Καμία σύμβαση. Κανένα οργανωμένο κράτος. Κανείς μα κανείς δεν πρόκειται να σπεύσει να τον προστατεύσει. Μόνος εναντίον όλων. Μόνος ανάμεσα σε άγρια θηρία. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!»

Και συνεχίζει: «Όπως κάθε πρωτόγονου η κατάσταση, έτσι και η σημερινή. Κάτι να φάω. Κάτι να «πηδήξω». Κάπου να προφυλαχτώ. Και την οικογένειά μου να προστατέψω. Όλοι οι άλλοι εχθροί. Να με κλέψουν, να με «γδάρουν», να με καταστρέψουν, να με εξαφανίσουν. Ο νόμος της ζούγκλας. Σε όλο το μεγαλείο του!».

Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται

Για να εκνευρίσουμε τους συνήθεις «αντιλαϊκιστές», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την επιλογή της ποιότητας των πολιτιστικών δράσεων, με τις οποίες διασκεδάζει, ξεκουράζεται, «επιμορφώνεται» ή ακόμα χειραγωγείται ιδεολογικά η ευρύτερη κοινή γνώμη, ανήκει αποκλειστικά στις εκάστοτε ελίτ. Ή στους εμπειρογνώμονες που επιλέγουν το περιεχόμενο και την αισθητική των παραπάνω δράσεων, σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια περί της εμπορικότητας, αλλά και περί του «χυδαίου χαρακτήρα» της λαϊκής αισθητικής.

Η εκ των υστέρων απαξίωση αυτών ακριβώς των προτιμήσεων και γενικότερα του λαϊκού γούστου από ορισμένους αφ’ υψηλού δημοσιογραφούντες συνήθως υποκρύπτει την εμπλοκή αυτών ακριβώς των κύκλων στην προηγούμενη σταδιακή απαξίωση των πιο παραδοσιακών λαϊκών αντιστάσεων. Απαξίωση που συνετελέσθη μέσω χυδαίων πολιτιστικών εξαμερικανισμών. Οι δήθεν ελίτ σήμερα ειρωνεύονται (δικαίως ίσως), το τηλεοπτικό κοινό των διάφορων survivor. Έχουν, όμως, ενεργό συμμετοχή στην ιστορική διαμόρφωση των παραπάνω προτιμήσεων του κοινού των τηλεσκουπιδιών.

Κλείνοντας, σχετικά με αυτό το υπερτροφικό κενό του σύγχρονου κόσμου του μαζικού θεάματος, που αποδομεί κάθε δυνατότητα σκέψης των πολιτών (κατά μείζονα λόγω κριτικής σκέψης), θα άξιζε να αναφέρουμε την άποψη του Baudrillard (1996) για όλες αυτές τις φούσκες που παράγουν αέρα κοπανιστό και αδράνεια.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του «Η Διαφάνεια του Κακού» (εκδόσεις Εξάντας σ. 42): «Υπάρχει μια ιδιάζουσα ναυτία μέσα σε αυτήν την τεράστια ανωφέλεια. Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται, γίνεται υπερτροφικός, αλλά δεν καταφέρνει να γεννήσει. Όλες αυτές οι μνήμες, όλα αυτά τα αρχεία, όλα αυτά τα συγκεντρωμένα τεκμήρια δεν καταφέρνουν να γεννήσουν μια ιδέα»…

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Ελευθερία και κατανάλωση

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Η Διαλεκτική της Ελευθερίας ~ Άγγελος Τερζάκης

Αν η ιδέα της ελευθερίας περνάει τέτοια κρίση στην εποχή μας, είναι γιατί δεν θελήσαμε να καταλάβουμε κάτι απλό αλλά και δυσάρεστο ίσως: πως είναι ασκητική έννοια. Η τρυφή και η σπατάλη δεν της πάνε. Σε χρόνια όπου οι εξωτερικοί πειρασμοί ήταν λίγοι, η αξίωση της ελευθερίας μπορούσε εύκολα σχετικώς την αυτεπίγνωση, ν'αντιπατήσει και ν'αντισταθεί στις διαλυτικές επιδράσεις. Δεν γίνεται όμως να είμαι ελεύθερος καταμεσίς σ΄έναν κόσμο που κάνει τη ζωή παρανάλωμα του πιο χοντρού ευδαιμονισμού. Το βάρος τότε μετατοπίζεται από την αξίωση για ελευθερία στην αξίωση για ηδονή, ο καθένας ξεπουλιέται, γίνεται εξάρτημα των δυνάμεων που του τάζουν την τρυφή, την αφθονία. Εξάρτηση όμως και ανεξαρτησία αποτελούν αντίφαση. Ζούμε τη σύγκρουση ελευθερίας και κοινωνίας της αφθονίας ή τουλάχιστον καταναλωτικής.
[...] Δε γίνεται να είμαι εξωτερικά ελεύθερος όταν δεν είμαι κι εσωτερικά ελεύθερος. Η πλάνη του κόσμου μας σ' αυτό συνίσταται. Νομίζει πως την ελευθερία την αγοράζεις. Ένα παράδειγμα: Όλοι συμφωνούμε πως μέσα σε συνθήκες οικονομικού καταναγκασμού δεν νοείται πολιτική ελευθερία, ποιος όμως αναρωτιέται αν οποιαδήποτε αύξηση του εισοδήματος, οποιδήποτε ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου, είναι παράγοντες ελευθερίας; Δημιουργείται η ψευδαίσθηση της ελευθερίας, επειδή ο καθένας μπορεί - με αντίτιμο όμως απροσδιόριστο - ν' αποκτήσει ό,τι του χρειάζεται. Στην ανισοζυγία ωστόσο αντιτίμου - παροχής βρίσκει καταφυγή και τρυπώνει ο δαίμονας του εξανδραποδισμού
Όταν, για να σου προκαλέσει την εντύπωση πως ικανοποιείς τις ανάγκες σου, πετυχαίνει να σου δίνει τόσα ώστε να σε διαφθείρει, με την έννοια να αποκτάς όλο και μεγαλύτερες ανάγκες, τόσο σε δένει στον αδυσώπητο μηχανισμό ενός φαύλου κύκλου. Σου έχει προκαλέσει την δίψα της απληστίας αφού πριν πέτυχε να σου τη βαφτίσει «πολιτισμό». 
Όλη η λογική της καταναλωτικής κοινωνίας σ' αυτό έγκειται. Είναι μια κατάσταση πίθου των Δαναϊδων, που πέτυχε να δημιουργήσει ορισμένη ψυχολογία και μετέβαλε την υφήλιο σε αγορά. Άνθρωποι καθώς εμείς, που έχουμε για κυρίαρχο γνώρισμα μας το να είμαστε «πελατεία», ξεγελάμε τον εαυτό μας όταν ισχυριζόμαστε πως γνοιαζόμαστε και για την ελευθερία μας. Αφού πρώτα γίναμε εξαρτήματα, σκύβουμε έπειτα με εμβρίθεια, αξιώσεις μεταφυσικής βαθύνοιας, πάνω στο πρόβλημα της «ελευθερίας». Ούτε που αναρωτιόμαστε αν προσπαθούμε να συμβιβάσουμε έτσι τα ασυμβίβαστα. Μετατοπίζουμε το θέμα στο πολιτικό επίπεδο, σάμπως τα δύο επίπεδα να ήταν άσχετα μεταξύ τους. Σάμπως να γίνοταν ποτέ ο σκλάβος στο ένα, να ήταν αφέντης στο άλλο. 
Δε βλέπουμε λοιπόν πως πρόκειται για το ίδιο και το αυτό σύστημα; Εκείνο που μας αγοράζει με τη μέθοδο της αφθονίας, το κάνει για να μας έχει πελατεία του μόνιμη, πειθήνια, στρατολογημένη αλύτρωτα. Η τεχνολογία, παραγωγικός μηχανισμός του καταναλωτισμού, οπλίζει το χέρι του αφέντη, όχι του δούλου. Τον δούλο τον φορτώνει αδιάκοπα με καινούργια εφόδια ώστε να γίνεται όλο και πιο βαρύτερος, πιο δυσκίνητος, ασήκωτος: δηλαδή όλο και πιο ακίνδυνος για τον αφέντη. Οι καλοαναθρεμμένοι υπήκοοι της Κίρκης ποτέ δεν θα της αμφισβητήσουν την εξουσία της, γιατί δε τους «συμφέρει». Δεν θα γίνουν ποτέ ελεύθεροι. Ευτυχία τους λένε την σκλαβιά τους. 
Διαγράφεται έτσι για τον άνθρωπο ένα μέλλον αινιγματικό. Άλλοτε, για να τον υποδουλώσουν, τον καταπίεζαν, τώρα τον αγοράζουν. Ο εξουσιασμός τελειοποίησε τα μέσα του, τα έκανε ακατανίκητα. Δεν απομονώνει πια, για να τις συντρίψει μια μια, τις κεφαλές τις ανταρσίας, προσεταιρίζεται το πλήθος ολόκληρο των επίδοξων οπαδών της, το κατατάσσει στη δική του παράταξη. Και, για να λειτουργούν και οι ασφαλιστικές δικλείδες, δηλαδή η ναρκωτική ψευδαίσθηση, αφήνει να συζητούν ακαδημαϊκά για μεταφυσική ελευθερία, παράλογο, άγχος, επικοινωνία, αδιέξοδο, για όλα αυτά τα συναισθήματα που έχει ρίξει η αγορά η ευνουχισμενη από τους μακελάρηδες σκέψη του αιώνα. 
[...] Έτσι φτάνουμε στο ανήκουστο δίλημμα, που γίνεται αισθητό σ' όλη την ωμότητα του μόνον όταν διατυπωθεί σχηματικά, στεγνά: Ελευθερία ή πρόοδος; Αφού ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την καλοπέραση όπως αλλοτριώνεται κι απ΄ την πείνα, μια μόνο λύση, θεωρητικά τουλάχιστον, απομένει: Να γίνει νοητό πως η ελευθερία είναι έννοια ασκητική. Να το πάρουμε απόφαση. Για να εξασφαλίσεις τις προϋποθέσεις της ανεξαρτησίας σου, πρέπει να έχεις όσο γίνεται λιγότερες ανάγκες. Πρότυπο δύσκολο, όχι σε όλους προσιτό, που μοιάζει οπισθοδρομικό, αλλά πως αλλιώς θα ξεφύγεις από το οργανικό δουλεμπόριο; Ας προσθέσουμε, για να έχουμε τέλεια επίγνωση της αλήθειας, ότι οι παλιοί ασκητικοί ήταν πολύ λιγότερο αυστηροί και ανυστερόβουλοι. Ο νεοασκητισμός, που τον απαιτεί η αξίωση της ελευθερίας μας, τι τάζει; 
Το αίσθημα της ελευθερίας. Ας προσθέσουμε, αν θέλουμε, και την αξιοπρέπεια, τη βαθύτερη συνδιαλλαγή με το φαινόμενο της ζωής. Πολύ άπιαστα ιδανικά όλα αυτά, το παραδέχομαι, είτε όμως μας αρέσει είτε όχι, σ' αυτό το δίλημμα θα κληθούμε αύριο να απαντήσουμε. Κι από την απάντηση που θα δώσουμε, θα φανεί αν η ιδέα της ελευθερίας ήταν αίτημα γνήσιο ή αυταπάτη. Αλήθεια ή ψευτιά.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. Να συμπυκνώσετε το περιεχόμενο του κειμένου σε 100-120 λέξεις

Β1. « [...] Δε γίνεται να είμαι εξωτερικά ελεύθερος όταν δεν είμαι κι εσωτερικά ελεύθερος.» Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο 100-120 λέξεων, διατηρώντας ως θεματική πρόταση τη ρήση του Τερζάκη, λόγους που περιορίζουν την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου.

Β2. Σε κάποια σημεία του κειμένου ο δοκιμιογράφος χρησιμοποιεί β΄ ενικό. Τι επιδιώκει να πετύχει;

Β3. «Αφού ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την καλοπέραση όπως αλλοτριώνεται κι απ΄ την πείνα, μια μόνο λύση, θεωρητικά τουλάχιστον, απομένει: Να γίνει νοητό πως η ελευθερία είναι έννοια ασκητική.» Να αναγνωρίσετε το είδος της σύνταξης που υπάρχει στο απόσπασμα και  να τη μετατρέψετε στο αντίθετό της.

Β4. Ποιος είναι ο τρόπος ανάπτυξης της 6ης παραγράφου; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

Β5. Να δώσετε συνώνυμες λέξεις για τις υπογραμμισμένες με μαύρα γράμματα λέξεις του κειμένου

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

Σε ένα άρθρο για την ιστοσελίδα του σχολείου σας να προβληματιστείτε σχετικά με την άποψη ότι το καταναλωτικό όραμα, όταν γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να οδηγήσει από την ανηθικότητα ως το έγκλημα και να παρουσιάσετε προτάσεις σχετικά με το πώς μπορούμε να μεταπηδήσουμε από τη μέγιστη στην άριστη κατανάλωση (500-600 λέξεις)